Μια σύγχρονη ελληνική ταβέρνα, ένα τραπέζι με θέα θάλασσα και ένας καλός λόγος να επιστρέφουμε στα Νότια.
Η επιστροφή από τις διακοπές δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αφήνουμε πίσω και όλα όσα αγαπάμε στο καλοκαίρι. Τουλάχιστον όχι στην Αθήνα και σίγουρα όχι τον Σεπτέμβριο.
Υπάρχουν ακόμη μέρες που θέλεις να πάρεις τον δρόμο προς τη θάλασσα, να κατέβεις στη Βουλιαγμένη για ένα μπάνιο και να μείνεις για φαγητό μετά. Κι άλλες που φτάνεις λίγο πριν δύσει ο ήλιος, μόνο και μόνο για μια βόλτα και ένα τραπέζι κοντά στη θάλασσα.
Ίσως αυτή να είναι μία από τις ωραιότερες πλευρές της Αθηναϊκής Ριβιέρας: εδώ, η επιστροφή στους ρυθμούς της πόλης δεν σημαίνει απαραίτητα και το τέλος του καλοκαιριού. Και η Σύναξις είναι μια πολύ καλή αφορμή για να πάρουμε ξανά τον δρόμο προς τη Βουλιαγμένη.
Στη Λεωφόρο Ποσειδώνος 17, στον πεζόδρομο της Βουλιαγμένης, η ταβέρνα της Χριστίνας και του Δημήτρη Παππά άνοιξε την περασμένη άνοιξη με μια πολύ συγκεκριμένη ιδέα: να επιστρέψει στο ελληνικό τραπέζι και σε όλα όσα συμβαίνουν γύρω του. Όχι όμως με όρους νοσταλγίας.
Η νέα ελληνική ταβέρνα
Τα τελευταία χρόνια η αθηναϊκή εστίαση ξανακοιτάζει προς την ταβέρνα. Όχι απαραίτητα προς την παραδοσιακή εκδοχή της, αλλά προς αυτό που πάντα την έκανε σημαντική: καλές πρώτες ύλες, γνώριμες γεύσεις, μεγάλες παρέες και πιάτα που φτάνουν στη μέση του τραπεζιού. Η Σύναξις ανήκει σε αυτή τη νέα γενιά.

Ο χώρος ακολουθεί την ίδια λογική. Πέτρα, ξύλο, μάρμαρο και ήσυχες γήινες αποχρώσεις δημιουργούν περισσότερο την αίσθηση μιας προσεγμένης αυλής παρά ενός ακόμη εστιατορίου της παραλιακής. Η πτυσσόμενη οροφή ανοίγει τον χώρο προς τον ουρανό, ενώ από τα εξωτερικά τραπέζια η θάλασσα παραμένει στο οπτικό πεδίο. Είναι ένας χώρος σύγχρονος, χωρίς όμως να προσπαθεί υπερβολικά να δείξει ότι είναι σύγχρονος. Και αυτό του ταιριάζει.
Στην κουζίνα, ο Γιάννης Μπάμπαλης
Ο πραγματικός λόγος, όμως, για να έρθεις εδώ βρίσκεται στην κουζίνα. Ο σεφ Γιάννης Μπάμπαλης, με περισσότερα από 18 χρόνια εμπειρίας και μια διαδρομή που τον έχει περάσει από εστιατόρια στην Ελλάδα αλλά και στη Γαλλία, την Αυστρία, το Χονγκ Κονγκ, τη Σαουδική Αραβία και την Αυστραλία, επιστρέφει εδώ σε κάτι πολύ πιο προσωπικό: στις γεύσεις με τις οποίες μεγάλωσε.

Η ελληνική κουζίνα της Σύναξις δεν προσπαθεί να μεταμφιεστεί σε κάτι άλλο. Οι αναφορές στη μητέρα, τη γιαγιά, τα οικογενειακά τραπέζια και τα μαγειρευτά υπάρχουν, αλλά περνούν μέσα από την τεχνική ενός σεφ που έχει διανύσει πολλά χιλιόμετρα μέχρι να επιστρέψει σε αυτές.
Κεντρικό ρόλο έχει η ανοιχτή φωτιά. Κρέατα, πίτες και διαφορετικές παρασκευές περνούν από τη σχάρα και τα κάρβουνα, όχι ως ένα ακόμη στοιχείο εντυπωσιασμού, αλλά ως κομμάτι της γεύσης.
Τι βάλαμε στη μέση
Και εδώ έχει σημασία η φράση «στη μέση». Γιατί το μενού της Σύναξις λειτουργεί καλύτερα όταν το τραπέζι παραγγέλνει μαζί και δοκιμάζει μαζί. Οι ζεστές λαδόπιτες έρχονται με χειροποίητες αλοιφές, όπως τζατζίκι με άνηθο, τυροκαυτερή με φέτα Τρίπολης και χούμους με δυόσμο και δίνουν από την αρχή τον τόνο. Οι ξεφλουδισμένες ντομάτες με κάππαρη και ελαιόλαδο είναι από εκείνα τα πιάτα που δεν χρειάζονται πολλά για να λειτουργήσουν, αρκεί τα υλικά να είναι σωστά.



Από εκεί και πέρα, η κουζίνα γίνεται πιο ενδιαφέρουσα. Η σπανακοτυρόπιτα με χειροποίητο φύλλο περνά από τη σχάρα, ενώ τα σιγομαγειρεμένα μοσχαρίσια μάγουλα σερβίρονται με bucatini και κρέμα τυριού, μια πλούσια, comfort εκδοχή μιας γεύσης που παραμένει αναγνωρίσιμη.


Στα κρέατα, τα αρνίσια παϊδάκια και οι μεγάλες κοπές είναι το πεδίο όπου η σχέση του Μπάμπαλη με την ανοιχτή φωτιά γίνεται περισσότερο εμφανής. Στο δικό μας τραπέζι, το T-Bone Angus ήταν από τα πιάτα που επιβεβαίωσαν ότι εδώ το ψήσιμο δεν είναι απλώς μέρος του concept.
Και για το τέλος, η πορτοκαλόπιτα. Χειροποίητη, ζουμερή, χωρίς την ανάγκη μιας περίπλοκης περιγραφής. Ακριβώς όπως θα έπρεπε να είναι.
Ένας καλός λόγος να πάρεις τον δρόμο προς τα Νότια
Ίσως τελικά αυτό μου αρέσει περισσότερο στη Σύναξις. Δεν προσπαθεί να επανεφεύρει την ελληνική ταβέρνα. Παίρνει αυτά που ήδη αγαπάμε σε αυτή, το μοίρασμα, την απλότητα, τη φωτιά, την παρέα γύρω από ένα τραπέζι και τα μεταφέρει σε ένα περιβάλλον που ανήκει ξεκάθαρα στη σημερινή Βουλιαγμένη.

Και τώρα που όλοι επιστρέφουμε σιγά σιγά στους ρυθμούς της πόλης, ίσως αυτό να είναι ακριβώς ό,τι χρειαζόμαστε. Ένα απόγευμα που ξεκινά με μια βόλτα δίπλα στη θάλασσα. Ένα τραπέζι που γεμίζει πιάτα για τη μέση. Και μια βραδιά στη Βουλιαγμένη που μας θυμίζει ότι, στην Αθήνα τουλάχιστον, δεν χρειάζεται να αποχαιρετήσουμε τόσο γρήγορα όλα όσα αγαπήσαμε στις διακοπές.








