Σε μια εποχή όπου σχεδόν κάθε όμορφη στιγμή μπορεί να γίνει content, αξίζει να αναρωτηθούμε τι φωτογραφίζουμε για να θυμόμαστε και τι για να το δουν οι άλλοι.
Το πιάτο μόλις έχει φτάσει στο τραπέζι. Είναι όμορφα στημένο, το φως είναι σωστό, το εστιατόριο ακόμη καλύτερο. Και πριν προλάβει κάποιος να δοκιμάσει την πρώτη μπουκιά, έχουν ήδη εμφανιστεί τα κινητά. Το βλέπω συνέχεια. Και υπάρχει κάτι σχεδόν αστείο σε αυτό, γιατί πολλές φορές είμαι κι εγώ ένας από αυτούς τους ανθρώπους. Με μία διαφορά: εγώ συχνά πρέπει να το κάνω.
Η δουλειά μου είναι άμεσα συνδεδεμένη με την εικόνα. Ταξιδεύω, επισκέπτομαι ξενοδοχεία και εστιατόρια, ανακαλύπτω μέρη και στη συνέχεια προσπαθώ να μεταφέρω την εμπειρία μέσα από φωτογραφίες, video και κείμενα. Ένα πιάτο πρέπει συχνά να φωτογραφηθεί πριν το δοκιμάσω. Ένα δωμάτιο πριν αφήσω τη βαλίτσα μου. Σε μια παραλία μπορεί να κοιτάζω το φως πριν κοιτάξω πού θα αφήσω την πετσέτα μου.
Είναι μέρος της δουλειάς μου. Και είναι μια δουλειά που αγαπώ. Ίσως γι’ αυτό παρατηρώ ακόμη περισσότερο όλους εκείνους γύρω μου που δεν χρειάζεται να κάνουν τίποτα από αυτά. Και αναρωτιέμαι: για ποιον το φωτογραφίζουμε τελικά;
Από την ανάμνηση στο content
Δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο στην ανάγκη μας να φωτογραφίζουμε τις όμορφες στιγμές. Πάντα το κάναμε. Οι φωτογραφίες των διακοπών, των γενεθλίων, ενός ωραίου τραπεζιού, των ανθρώπων που αγαπάμε υπήρχαν πολύ πριν εμφανιστεί το Instagram. Κάτι όμως έχει αλλάξει.
Κάποτε φωτογραφίζαμε κυρίως για να θυμόμαστε. Σήμερα, πολύ συχνά, φωτογραφίζουμε και για να μας βλέπουν.
Δεν είναι τόσο η φωτογραφία που με προβληματίζει. Είναι η σχεδόν αυτόματη ανάγκη να ακολουθήσει η δημοσίευση. Σαν μια στιγμή να μην έχει ολοκληρωθεί μέχρι να τη μοιραστούμε.
Κι όμως, το κινητό μου είναι γεμάτο φωτογραφίες που πιθανότατα δεν θα δει ποτέ κανείς. Φαγητά, θάλασσες, βόλτες, άνθρωποι, βραδιές, μικρές καθημερινές στιγμές. Τις φωτογράφισα επειδή ήθελα να τις θυμάμαι. Δεν έγιναν stories, δεν έγιναν posts και δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι τους έλειπε κάτι γι’ αυτό.
Η φωτογραφία δεν δημιουργεί υποχρέωση δημοσίευσης.
Στην προσωπική μου ζωή έχω επιλέξει εδώ και χρόνια να δείχνω πολύ λίγα έως σχεδόν τίποτα. Ξέρω ότι η προσωπική ζωή δημιουργεί ενδιαφέρον στα social media. Πιθανότατα, σε ορισμένες περιπτώσεις, περισσότερο από τη δουλειά. Θα μπορούσε ίσως να είναι και πιο «αποδοτικό» να μοιράζομαι περισσότερα. Δεν θέλω.
Θέλω όσα επικοινωνώ δημόσια να έχουν σχέση κυρίως με τη δουλειά μου. Υπάρχουν πολλές στιγμές και ολόκληρες ημέρες που ανήκουν στη ζωή μου και όχι στα social media μου.
Υπάρχει, βέβαια, μια περίεργη ασάφεια όταν η δουλειά σου μοιάζει εξωτερικά τόσο πολύ με προσωπική ζωή. Όταν δείχνω ότι βρίσκομαι σε ένα όμορφο ξενοδοχείο ή εστιατόριο, έχω αναρωτηθεί αρκετές φορές αν γίνεται αντιληπτό ότι αυτό είναι μέρος της δουλειάς μου και όχι ένας τρόπος να παρουσιάζω δημόσια πού πηγαίνω και τι κάνω.
Γιατί πίσω από μια εικόνα που μοιάζει απλώς με μια όμορφη στιγμή μπορεί να υπάρχουν δεκάδες λήψεις, video, σημειώσεις, editing και ένα κείμενο που θα γραφτεί αργότερα. Τα social media έχουν κάνει τη γραμμή ανάμεσα στο επαγγελματικό και το προσωπικό παράξενα δυσδιάκριτη. Ίσως γι’ αυτό για μένα έχει γίνει ακόμη πιο σημαντικό να ξέρω πού βρίσκεται.
15 μέρες μακριά από το feed
Το καλοκαίρι πέρασα περίπου δεκαπέντε ημέρες στους Αρκιούς έχοντας πάρει μια πολύ συνειδητή απόφαση: αυτές θα ήταν πραγματικές διακοπές, όσο περισσότερο γινόταν μακριά από το κινητό. Σταμάτησα ουσιαστικά να ποστάρω ακόμη και στο @travelgreece. Κι αυτό για μένα είχε σημασία, γιατί δεν είναι προσωπικό account, αλλά ένα καθαρά επαγγελματικό project που απαιτεί συνέπεια και παρουσία. Για λίγες ημέρες όμως δεν ήθελα να σκέφτομαι τι πρέπει να ανεβάσω. Ήθελα απλώς να κάνω διακοπές.
Και ίσως αυτό να ακούγεται το πιο αυτονόητο πράγμα στον κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, σήμερα έχουμε φτάσει να χρησιμοποιούμε όρους όπως «digital detox» για να περιγράψουμε κάτι που κάποτε δεν χρειαζόταν καν όνομα.
Το πιο ενδιαφέρον ήταν ότι δεν μου έλειψε. Υπήρχαν πράγματα που φωτογράφισα και κράτησα για εμένα. Υπήρχαν άλλα που δεν φωτογράφισα καθόλου. Και η αξία τους δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο επειδή κανείς άλλος δεν γνώριζε ότι συνέβησαν.
Ίσως αυτό να είναι το νέο luxury
Μιλάμε πολύ για τη νέα έννοια της πολυτέλειας. Για ιδιωτικότητα, απομονωμένους προορισμούς, exclusive experiences, μέρη όπου δεν φτάνουν όλοι. Όσο περνάει ο καιρός, τόσο περισσότερο πιστεύω ότι κάποιες από τις μεγαλύτερες πολυτέλειες δεν αγοράζονται. Χρόνος. Ησυχία. Ιδιωτικότητα. Η δυνατότητα να μην είσαι συνεχώς διαθέσιμος. Και, ίσως, η ελευθερία να ζήσεις κάτι χωρίς να αισθανθείς ότι πρέπει να το δείξεις.
Το πιο όμορφο «κλικ» του φετινού καλοκαιριού, άλλωστε, δεν υπάρχει στο κινητό μου. Έγινε στο Ασπρονήσι. Είχαμε βουτήξει από το σκάφος και κολυμπήσει μέχρι την παραλία, οπότε δεν είχα μαζί μου ούτε κινητό ούτε φωτογραφική μηχανή. Περπατώντας στην πίσω πλευρά του νησιού, βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σε μια εικόνα που δεν περίμενα: τυρκουάζ νερά απέναντι από κατάλευκα βράχια και λευκά βότσαλα.
Θυμάμαι να στέκομαι και να κοιτάζω μαγεμένη. Και επειδή δεν μπορούσα να βγάλω φωτογραφία, είπα στην παρέα μου εκείνη ακριβώς τη στιγμή: «Αυτό το κάνω κλικ στο μυαλό μου. Και θα το κρατήσω για πάντα.»
Από τις χιλιάδες φωτογραφίες που τράβηξα αυτό το καλοκαίρι, αυτή είναι ίσως η εικόνα που θυμάμαι πιο καθαρά. Δεν μπορώ να την ανεβάσω. Δεν μπορώ να την κάνω story. Δεν μπορώ καν να σας τη δείξω. Και ίσως τελικά να μη χρειάζεται.
Γιατί κάποιες από τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής μας δεν χρειάζονται ούτε κάμερα ούτε κοινό. Χρειάζονται απλώς να είμαστε εκεί…








